Δάσκαλοι «Ράμπο» και Γονείς «Ελικόπτερα»: Πώς να χτίσουμε παιδιά με ψυχική ανθεκτικότητα.
Στη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, συχνά γινόμαστε μάρτυρες δύο ακραίων φαινομένων που, αν και ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα: την υπονόμευση της συναισθηματικής αυτονομίας του παιδιού.
Από τη μία πλευρά, συναντάμε τον δάσκαλο «Ράμπο» — τον υπερβολικά αυστηρό, άκαμπτο εκπαιδευτικό που απαιτεί απόλυτη πειθαρχία, θεωρώντας ότι «έτσι σκληραγωγείται το παιδί» ή τον δάσκαλο “Δικαστή” που θα “δικάσει” μία υπόθεση. Από την άλλη, εμφανίζεται ο γονέας «ελικόπτερο» — ο γονέας που «αιωρείται» συνεχώς πάνω από το παιδί, έτοιμος να παρέμβει με την πρώτη δυσκολία, να λύσει κάθε παρεξήγηση με συμμαθητές ή εκπαιδευτικούς και να ισοπεδώσει κάθε εμπόδιο πριν καν το παιδί το αντιληφθεί.
Όταν αυτοί οι δύο τύποι συγκρούονται ή όταν το παιδί βρεθεί ανάμεσά τους, η πραγματική πρόκληση είναι μία: Πώς βοηθάμε το παιδί να αναπτύξει ψυχική ανθεκτικότητα (resilience) και να διαχειριστεί τις δυσκολίες του;

1. Η παγίδα της υπερπροστασίας και η ανάγκη για ψυχική ανθεκτικότητα

Όταν ένας γονέας σπεύδει να λύσει κάθε πρόβλημα στο σχολείο (από μια χαμένη κασετίνα μέχρι έναν καβγά στην αυλή ή μια αδικία στη βαθμολογία), στέλνει ασυνείδητα ένα επικίνδυνο μήνυμα στο παιδί: «Εσύ δεν είσαι ικανός να το διαχειριστείς μόνος σου».
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν γεννιέται σε ένα περιβάλλον χωρίς κραδασμούς. Γεννιέται όταν το παιδί βιώνει μια δυσκολία, αισθάνεται τη ματαίωση, αλλά με την καθοδήγηση (και όχι την υποκατάσταση) των γονιών του, καταφέρνει να βρει τη λύση και να σταθεί ξανά στα πόδια του. Σκοπός είναι να ανακουφίσουμε το παιδί από το θυμό του ή την στεναχώρια του με ερωτήσεις που δεν μεταφέρουν ανησύχει αλλά προβληματισμό για αξιολόγηση του γεγονότος. 

2. Πώς στηρίζουμε το παιδί όταν αντιμετωπίζει προβλήματα στο σχολείο

Όταν το παιδί επιστρέφει στο σπίτι αναστατωμένο από ένα περιστατικό στο σχολείο, η αντίδραση του γονέα είναι καθοριστική.
  • Ακούμε χωρίς να κρίνουμε ή να πανικοβαλλόμαστε: Πριν πάρουμε τηλέφωνο τον δάσκαλο ή τον άλλο γονέα, δίνουμε στο παιδί τον χώρο να εκφράσει τι συνέβη. Ρωτάμε: «Πώς ένιωσες όταν έγινε αυτό;»- “Του το είπες;” αντί για «Ποιος φταίει;».
  • Διαχωρίζουμε τα συναισθήματα από τις πράξεις: Νομιμοποιούμε το συναίσθημά του (θυμός, αδικία, λύπη), αλλά το βοηθάμε να δει τα γεγονότα αντικειμενικά.
  • Μετατοπίζουμε την εστίαση στη λύση: Αντί να προσφέρουμε έτοιμες λύσεις, κάνουμε ερωτήσεις που ενεργοποιούν τη σκέψη του:

    Για παράδειγμα, αν ένα παιδί του μίλησε άσχημα “Γιατί σου μίλησε άσχημα;” – “Είχε στεναχωρηθεί με κάτι το άλλο παιδάκι”- “Του είπες ότι σε στεναχώρησες”-“Σκέφτηκες κάποια λύση” – “Τι θα μπορούσες να προτείνεις”- “Ωραία, δοκίμασετε το αύριο στο σχολείο και έλα να μου πεις πώς πήγε!”  Και αυτό να το τηρήσετε, χωρίς να μεταφέρετε άγχος ή κάποιο άλλο συναίσθημα, αλλά σαν να μιλάτε για το τι “Χρώμα μπλούζα θα αγοράσετε;” Σαν να είναι , δηλαδή, μία συνηθισμένη καθημερινή κουβέντα, που της δίνεται τη σημασία που της αρμόζει χωρίς να μεταφέρεται άγχος στο παιδί. 

  • Εναλλακτικά:  
    • «Τι πιστεύεις ότι μπορείς να κάνεις την επόμενη φορά;»
    • «Πώς θα μπορούσες να πεις στον συμμαθητή σου ότι αυτό που έκανε σε ενόχλησε;»
    • «Πώς μπορείς να ζητήσεις βοήθεια από τον δάσκαλο αν ξανασυμβεί;»

3. Διαχειριζόμενοι τις συγκρούσεις: Με συμμαθητές και ενηλίκους

Α. Διαφορές με συμμαθητές

Οι τσακωμοί στο διάλειμμα είναι το «εργαστήριο» κοινωνικοποίησης του παιδιού.
  • Ενθαρρύνουμε την άμεση επικοινωνία: Μαθαίνουμε στο παιδί να χρησιμοποιεί προτάσεις που ξεκινούν από το «Εγώ» (π.χ. «Ενοχλήθηκα όταν μου πήρες τη μπάλα χωρίς να με ρωτήσεις») αντί για επιθέσεις («Είσαι κακός»).
  • Γενικότερα κάνουμε πρόβα προτάσεις ολόκληρες που θα μιμηθει το παιδί για να εκφράσει αυτό που θέλει ή το συναίσθημα του στο άλλο παιδί. Από τα πιο συχνά ατυχήματα “Κυρία, ο Παύλος με έσπρωξε!” (Ο Παύλος δεν έχει καταλάβει καν τι έγινε γιατί απλά δεν μπορεί να οριοθετηθεί όταν μετακινείται στον χώρο” . Αντίθετα,  “Παύλο, πρόσεχε πώς κινείσαι, με χτύπησες!” Είναι πολύ συχνό φαινόμενο τα παιδιά να μην  έχουν εξασκηθεί να “διαβάζουν” και να παρατηρούν την συμπεριφορά του άλλο. 
  • Δεν παρεμβαίνουμε αμέσως: Αν δεν υπάρχει σωματικός κίνδυνος ή εκφοβισμός (bullying), αφήνουμε τα παιδιά να διαπραγματευτούν μόνα τους τη λύση.

    Όταν για κάτι θεωρούμε ότι πρέπει να ενημερωθεί η/ο εκπαιδευτικός της τάξης, τον/την ενημερώνουμε διακριτικά μέσω τηλεφώνου ή email χωρίς να αναιρέσουμε αυτό που πρέπει να κάνει το παιδί. Αν το παιδί δείξει απροθυμία να προσπαθήσει για την επίλυση του προβλήματος του, ενημερώνετε λεπτομερώς πάλι τον/την εκπαιδευτικό χωρίς να αναφέρετε στο παιδί ότι μεσολαβήσατε, για να μην αφαιρέσετε την  “δύναμή” του. Η/ο εκπαιδευτικός την άλλη μέρα θα αρχίσει την συζήτηση κάπως έτσι: “Δεν μου λες βρε Άννα μου, χτες σε είδα κάπως σκεπτική στο τραπέζι, είναι κάτι που σε προβληματίζει να το συζητήσουμε;” και όλα θα επιλυθούν αβιάστα είτε ατομικά (με την ίδια μέθοδο που προτείνεται παραπάνω), είτε στην ολομέλεια της τάξης, που ήδη έχει εκπαιδευτεί σε τέτοιες συζητήσεις.

Εδώ κολλάει ο ρόλος του δασκάλου “Δικαστή” που θα προδικάσει και θα αποδώσει δικαιοσύνη πριν γίνει συζητήση με τα παιδιά και πριν συναποφασίσουν σαν ομάδα τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Πάνω από ένα πλαίσιο κοινού επαναπροσδιορισμού της αποδεκτής συμπεριφοράς. Ωστόσο, ο ενήλικας είναι πολύ σημαντικό να βάζει τα όρια σε μία συμπεριφορά και να αποφασίζει κατά περίπτωση πώς θα κινηθεί.

 

Β. Διαφορές με τον εκπαιδευτικό (Ακόμα κι αν είναι τύπου «Ράμπο»)

Όταν το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με έναν πολύ αυστηρό ή απότομο εκπαιδευτικό, η πρώτη μας παρόρμηση ως γονείς είναι να κατηγορήσουμε τον δάσκαλο μπροστά στο παιδί. Αυτό είναι λάθος, καθώς διασπά την εμπιστοσύνη του παιδιού στο σχολικό πλαίσιο.
  • Διδάσκουμε τον σεβασμό στα όρια και τους διαφορετικούς χαρακτήρες: Εξηγούμε στο παιδί ότι στην ζωή θα συναντήσει ανθρώπους με διαφορετικό στυλ επικοινωνίας. «Ο κυρίος/η κυρία Χ έχει πιο αυστηρούς κανόνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν σε εκτιμά, αλλά ότι απαιτεί συγκεκριμένα πράγματα στην τάξη». Πάνω στην ίδια λογική στηρίζετε και εάν ένα παιδί πει ότι δεν του αρέσει το φαγητό ή η ζωγραφιά μας. Μαθαίνουμε στο παιδί ότι δεν αρέσουν όλα σε όλους, αλλά ότι όλοι πρέπει να διαλέγουμε προσεκτικά τις λέξεις που ξεστομίζουμε. Ταυτόχρονα να έχουμε και το θάρρος να ζητήσουμε συγνώμη προς παιδιά και ενήλικες, γιατί όλοι έχουν δύσκολες στιγμές. 
  • Ενισχύουμε την διεκδικητικότητα με ευγένεια: Μαθαίνουμε στο παιδί πώς να εκφράζει την απορία ή τη διαφωνία του με ευγενικό τρόπο (π.χ. «Κύριε, δεν κατάλαβα τι έκανα λάθος, μπορείτε να μου το εξηγήσετε;», “Κύριε, μην μου μιλάτε έτσι, δεν είναι ευγενικό!”
  • Γονέας και σχολείο ως ομάδα: Αν πραγματικά υπάρχει σοβαρό θέμα συμπεριφοράς από τον εκπαιδευτικό, το διαχειριζόμαστε εμείς οι ίδιοι, μακριά από τα αυτιά του παιδιού, σε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον δάσκαλο, κατόπιν με τη διεύθυνση του σχολείου, και σε τελικό στάδιο με τη Σύμβουλο Εκπαίδευσης του έχει σε παιδαγωγική εποπτεία το σχολείο, και η οποία θα δώσει την τελικά παιδαγωγική λύση στο πρόβλημα.

Συμπέρασμα: Από τα «ελικόπτερα» στους «φάρους»

Η δουλειά μας ως γονείς, αλλά και ως εκπαιδευτικοί δεν είναι να καθαρίζουμε τον δρόμο για το παιδί μας, αλλά να προετοιμάζουμε το παιδί για τον δρόμο.
Αντί να γινόμαστε γονείς-ελικόπτερα και δάσκαλοι “Ράμπο” ή “Δικαστές” που σπεύδουν να σώσουν τη μέρα, ας γίνουμε γονείς-φάροι και δάσκαλοι “μέντορες” μένοντας σταθεροί στη θέση μας, εκπέμπουμε φως και καθοδήγηση μέσα από τη φουρτούνα, αλλά αφήνουμε το παιδί να κουμαντάρει τη δική του βάρκα. Μόνο έτσι θα μεγαλώσουμε ενήλικες που δεν φοβούνται τις συγκρούσεις, αλλά ξέρουν να τις επιλύουν με αυτοπεποίθηση και συναισθηματική ωριμότητα.